Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

σπαθί

Από Ελληνικό Λεξικό
Της διαφθοράς του νου, προηγείται η διαφθορά της καρδιάς.
Πασκάλ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σπαθί σπαθιά
Γενική σπαθιού σπαθιών
Αιτιατική σπαθί σπαθιά
Κλητική σπαθί σπαθιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σπαθί < σπαθίον < σπάθη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /spa.'θi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

σπαθί ουδέτερο

  1. όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή
  2. (συνεκδοχικά) χαρτί της τράπουλας με μαύρο χρώμα που φέρει το σήμα του τριφυλλιού
  3. (μεταφορικά) άτομο εμπιστοσύνης που συμπεριφέρεται σωστά και με τιμιότητα

Εκφράσεις

  • με το σπαθί μου: με την προσωπική προσπάθεια και αξία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ