Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

σπαρακτικός

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το σπαράκτης. Από το ρήμα σπαράσσω.

Open book 01.svg Επίθετο

σπαρακτικός αρσενικό, σπαρακτική θηλυκό, σπαρακτικόν ουδέτερο

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ