Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

στοιχείο

Από Ελληνικό Λεξικό
Μη αναβάλλεις γι’ αύριο, αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα.
Ησίοδος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : στοιχεῖον, στοιχειό


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική στοιχείο στοιχεία
Γενική στοιχείου στοιχείων
Αιτιατική στοιχείο στοιχεία
Κλητική στοιχείο στοιχεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

στοιχείο < αρχαία ελληνική στοιχεῖον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /sti.ˈçi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

στοιχείο ουδέτερο

  1. το μέρος μιας σειράς, ενός συνόλου
    η ειλικρίνεια είναι στοιχείο του χαρακτήρα του
    • τα τέσσερα στοιχεία : ο αέρας, το νερό, η φωτιά και η γη που, κατά τους αρχαίους φιλοσόφους, αποτελούν τα δομικά στοιχεία της φύσης
  2. (χημεία) το φυσικό σώμα που δεν μπορεί να διαιρεθεί σε άλλα φυσικά σώματα με τις συνηθισμένες χημικές μεθόδους που δεν παρεμβαίνουν στον πυρήνα του ατόμου.
    ο περιοδικός πίνακας των στοιχείων
  3. χαρακτηριστικό ή ιδιότητα
    σ'αυτή τη σκηνή είναι έντονο το τραγικό στοιχείο
  4. χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που βοηθούν στην αναγνώριση προσώπου ή αντικειμένου
    ο αστυνομικός μετά το ατύχημα ζήτησε από τους οδηγούς τα στοιχεία των ίδιων και των αυτοκινήτων τους
  5. το γεγονός ή εύρημα που οδηγεί στην υποστήριξη μιας άποψης ή στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης
    ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε ελλείψει στοιχείων
  6. υποσύνολο ενός πληθυσμού
    η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στις ΗΠΑ είναι έντονη
  7. (τυπογραφία) το μεταλλικό αντικείμενο σε σχήμα γράμματος που χαρακτηρίζεται από ορισμένη μορφή, μέγεθος κ.λπ.· ο τυπογραφικός χαρακτήρας
    το περιοδικό θα τυπωθεί με στοιχεία 10 στιγμών

Εκφράσεις

  • είμαι στο στοιχείο μου: ασχολούμαι με κάτι που το γνωρίζω καλά ή μου αρέσει πολύ
  • το υγρό στοιχείο: το νερό
  • τα στοιχεία της φύσης: οι φυσικές δυνάμεις όπως άνεμοι, σεισμοί κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ