Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

τάλιρο

Από Ελληνικό Λεξικό
Τα εγκόσμια είναι ασήμαντα μπροστά στην καλλιέργεια της ψυχής.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Thal (και πιο απλοποιημένα πλέον Tal) σημαίνει κοιλάδα στα γερμανικά. Σε μιαν κοιλάδα, την κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ, που σήμερα ανήκει στην Τσεχία και λέγεται Jachymov, αλλά στη γερμανοκρατούμενη Βοημία λεγόταν Joachimsthal, υπήρχε ασήμι από το οποίο έκοψαν το 1519 αστραφτερά ασημένια νομίσματα, που τα ονόμασαν, όχι ιδιαίτερα ευφάνταστα, Joachimsthaler. Τα νομίσματα αυτά είχαν προφανώς επιτυχία, και η συγκεκομμένη λέξη thaler αφομοιώθηκε και από τις άλλες γερμανικές διαλέκτους. Πέρασε τα γερμανικά σύνορα και έφτασε στην Ιταλία, ως tállero, από την οποία προέκυψε και η ελληνική τάληρο.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

τάλιρο ουδέτερο και τάλαρο.

  • Νόμισμα αξίας πέντε μονάδων (ευρώ, δραχμών).
  • Στον πληθυντικό, τάλιρα σημαίνει λεφτά, χρήματα.


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ