Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ταγκισμένος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ταγκισμένος ταγκισμένη ταγκισμένο
Γενική ταγκισμένου ταγκισμένης ταγκισμένου
Αιτιατική ταγκισμένο ταγκισμένη ταγκισμένο
Κλητική ταγκισμένε ταγκισμένη ταγκισμένο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική ταγκισμένοι ταγκισμένες ταγκισμένα
Γενική ταγκισμένων ταγκισμένων ταγκισμένων
Αιτιατική ταγκισμένους ταγκισμένες ταγκισμένα
Κλητική ταγκισμένοι ταγκισμένες ταγκισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ταγκισμένος < ταγκίζω

Open book 01.svg Μετοχή

ταγκισμένος, ταγκισμένη, ταγκισμένο

  • του οποίου η γεύση και η οσμή έχουν αλλοιωθεί

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ