Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ταιριάζω

Από Ελληνικό Λεξικό
Το πρόσωπο είναι ο καθρέπτης της ψυχής.
Σωκράτης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ταιριάζω < μεσαιωνική ελληνική, ταιριάζω < ταῖριν < *ἑταίρ-ιον, υποκοριστικό του αρχαίου ἑταῖρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /tɛ.'ɾʝia.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα

ταιριάζω

  1. συνδέω δύο πράγματα σε ζευγάρι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: συναρμόζω, συνδέω
  2. προσπαθώ να δημιουργήσω ένα αρμονικό συνδυασμό
  3. είμαι σε συμφωνία ή σε αρμονία με κάποιον ή κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εναρμονίζομαι, συναρμόζομαι, συνδυάζομαι
  4. έχω το σχήμα που αντιστοιχεί σε κάτι
  5. ζω αρμονικά με κάποιον
  6. (σε γ΄ενικό) ταιριάζει : αρμόζει, πρέπει

Εκφράσεις

  • αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε : οι κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές εξαρτώνται από το πόσο καλά συμφωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους
  • ταιριάζουν τα χνότα μας : έχομε τις ίδιες συνήθειες, απόψεις κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ