Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ταϊλανδικά

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αχαριστία έχει μητέρα την υπερηφάνεια και κόρη την αναισχυντία.
Ξενοφών
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το επίθετο ταϊλανδικός, στον πληθυντικό του ουδέτερου.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ταϊλανδικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • Η ταϊλανδική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στην Ταϊλάνδη.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ