Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

τσαπατσούλης

Από Ελληνικό Λεξικό
Τίμα τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον.
Μένανδρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τσαπατσούλης < τουρκική, çapaçul, ατημέλητος

Open book 01.svg Επίθετο

τσαπατσούλης αρσενικό, τσαπατσούλα θηλυκό

  1. αυτός που δεν τακτοποιεί τα πράγματά του
  2. αυτός που δεν ασχολείται σοβαρά με τις δουλειές του

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Αρχείο:Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ