Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

υδράργυρος

Από Ελληνικό Λεξικό
Αγάπη: πονόδοντος στη καρδιά.
Χάινριχ Χάινε
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

υδράργυρος < υδρ- (< υδρο-) + άργυρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /i.'ðɾaɾ.gi.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

υδράργυρος σε ποτήρι

υδράργυρος αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) υγρό μεταλλικό στοιχείο με αργυρό χρώμα και ατομικό αριθμό 80
    Σύμβολο Hg
  2. (συνεκδοχικά) η ποσότητα του παραπάνω στοιχείου στα θερμόμετρα

Εκφράσεις

  • ανεβαίνει / κατεβαίνει ο υδράργυρος : αυξάνεται / μειώνεται η θερμοκρασία // (μεταφορικά) αυξάνεται / μειώνεται η ένταση

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ