Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

υπάκουος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αγάπη είναι η πρωτομαγιά της καρδιάς.
Benjamin Disraeli
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική υπάκουος υπάκουη υπάκουο
Γενική υπάκουου υπάκουης υπάκουου
Αιτιατική υπάκουο υπάκουη υπάκουο
Κλητική υπάκουε υπάκουη υπάκουο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική υπάκουοι υπάκουες υπάκουα
Γενική υπάκουων υπάκουων υπάκουων
Αιτιατική υπάκουους υπάκουες υπάκουα
Κλητική υπάκουοι υπάκουες υπάκουα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

υπάκουος < υπακούω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /i.'pa.ku.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.'pa.ku.i/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.'pa.ku.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Ουσιαστικό

υπάκουος αρσενικό, υπάκουη θηλυκό, υπάκουο ουδέτερο

  • που υπακούει στις υποδείξεις, τις διαταγές ή τους κανόνες κάποιου άλλου
υπάκουος μαθητής / πολίτης

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ