Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

φήμη

Από Ελληνικό Λεξικό
Διδασκόμεθα περισσότερα από τα σφάλματα ενός ανθρώπου, παρά από τις αρετές του.
Λογγφέλον
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική φήμη φήμες
Γενική φήμης φημών
Αιτιατική φήμη φήμες
Κλητική φήμη φήμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φήμη < αρχαία ελληνική φήμη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈfi.mi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

φήμη θηλυκό

  1. διάδοση, λόγια που διαδίδονται από στόμα σε στόμα χωρίς να είναι διασταυρωμένα
    ακούγονται φήμες για ανασχηματισμό της κυβέρνησης
  2. η εντύπωση που επικρατεί στους άλλους ανθρώπους για το χαρακτήρα και την ποιότητα κάποιου, το καλό ή κακό "όνομα" που έχει αποκτήσει κάποιος
    • το καλό όνομα που έχει αποκτήσει κάποιος
  3. η διασημότητα, το να είναι κανείς φημισμένος, διάσημος

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Αρχαία ελληνικά (grc)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Ομόρριζο με το ρήμα φημί

Open book 01.svg Ουσιαστικό

φήμη θηλυκό (δωρικό φάμα)

  1. λόγος
  2. φήμη, διάδοση
  3. φήμη, το καλό ή κακό "όνομα"

Αναφορές

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ