Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

φοβισμένος

Από Ελληνικό Λεξικό
Αγάπη: πονόδοντος στη καρδιά.
Χάινριχ Χάινε
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φοβισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φοβάμαι και φοβίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /fo.viˈzmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή

φοβισμένος -η -ο

  1. που έχει φοβηθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έντρομος, τρομαγμένος, τρομοκρατημένος
  2. που διακατέχεται από φόβους, άτολμος
    μην περιμένεις απ'αυτόν να αντιδράσει· ένας φοβισμένος άνθρωπος είναι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δειλός, περίφοβος, φοβιτσιάρης
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απτόητος, ατρόμητος, θαρραλέος


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ