Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

χαγιάτι

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο κτησάμενος αγάπην, διεσκόρπισε χρήματα, ο δε λέγων αμφοτέροις συζείν, ευατόν ηπάτησεν.
Ιωάννης της Κλίμακος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το τουρκικό hayat.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

χαγιάτι ουδέτερο

Το χαγιάτι είναι ο σκεπαστός εξώστης που αποτελεί προέκταση του εσωτερικού χώρου. Στην απλούστερη μορφή του ήταν επιμήκης χώρος που καταλάμβανε όλο το νότιο τμήμα του ορόφου. Πολλές φορές προεξείχε ένα μέτρο από την πορεία του τοίχου, στηριζόμενο σε λοξές ξύλινες αντηρίδες. Το ύψος του ισογείου πολλές φορές, ήταν τόσο μικρό που το χαγιάτι απείχε από το έδαφος 1,50 μ περίπου. Η λειτουργία του ημιυπαιθρίου αυτού χώρου (χαγιατιού) ήταν βασική για τη ζωή των κατοίκων της υπαίθρου. Στο χαγιάτι ζούσαν, μαγείρευαν, εργάζονταν, μεγάλωναν τα παιδιά και περνούσαν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους οι γέροι της οικογένειας.


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ