Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

χαριτωμένος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική χαριτωμένος χαριτωμένη χαριτωμένο
Γενική χαριτωμένου χαριτωμένης χαριτωμένου
Αιτιατική χαριτωμένο χαριτωμένη χαριτωμένο
Κλητική χαριτωμένε χαριτωμένη χαριτωμένο
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική χαριτωμένοι χαριτωμένες χαριτωμένα
Γενική χαριτωμένων χαριτωμένων χαριτωμένων
Αιτιατική χαριτωμένους χαριτωμένες χαριτωμένα
Κλητική χαριτωμένοι χαριτωμένες χαριτωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χαριτωμένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ελληνιστικού ρήματος χαριτῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /xa.ɾi.tɔ.'mɛ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xa.ɾi.tɔ.'mɛ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xa.ɾi.tɔ.'mɛ.nɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Μετοχή

χαριτωμένος, -η, -ο

  1. που έχει χάρη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κομψός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άχαρος
  2. που προκαλεί ευχαρίστηση με έξυπνο ή ευρηματικό τρόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πετυχημένος

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ