Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

χοληστερίνη

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο ανόητος έχει την καρδιά στη γλώσσα, ενώ ο σώφρων έχει την γλώσσα στην καρδιά.
Θουκυδίδης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χοληστερίνη < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Ουσιαστικό

χοληστερίνη θηλυκό

  • ακόρεστη στερόλη που κυκλοφορεί στο αίμα· προσλαμβάνεται κυρίως από τροφές πλούσιες σε ζωικά λίπη και θεωρείται υπεύθυνη για το σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας στις αρτηρίες

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο


30px Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ