Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ψαλμωδός

Από Ελληνικό Λεξικό
Αγάπη είναι, πάνω απ’ όλα να χαρίζεις τον εαυτό σου.
Jean Anouilh
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ψαλμωδός αρσενικό

  1. Αυτός που ψάλλει εκκλησιαστικούς ύμνους.
  2. Αυτός που τους συνθέτει.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ