Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ψωμί

Από Ελληνικό Λεξικό
Λίγο βαστάει ο θυμός όσων αγαπούν πραγματικά.
Μένανδρος
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψωμί ψωμιά
Γενική ψωμιού ψωμιών
Αιτιατική ψωμί ψωμιά
Κλητική ψωμί ψωμιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ψωμί < μεσαιωνική ελληνική, ψωμίν < ψωμίον (κομματάκι) < αρχαία ελληνική ψωμός < ψώω (τρίβω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ποικιλίες ψωμιού

ψωμί ουδέτερο

  1. είδος φαγητού που φτιάχνεται από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, και ψήνεται σε φούρνο, ο άρτος
    Δεν ζει κανείς μόνο με ψωμί και νερό!
  2. το μεροκάματο
    Δουλεύει για να βγάλει το ψωμί του.

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ