Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ψωνισμένος

Από Ελληνικό Λεξικό
Επιστήμη χωριζομένη αρετής πανουργία εστί.
Πλάτων
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Αρχείο:Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Παθητική μετοχή του ψωνίζω.

Open book 01.svg Μετοχή

ψωνισμένος αρσενικό, ψωνισμένη θηλυκό, ψωνισμένο ουδέτερο

  • Αυτός που έχει ψωνιστεί, ο αγορασμένος. Αυτή είναι η κυριολεκτική έννοια. Όμως χρησιμοποιείται σπάνια.
  • Αυτός που "την έχει ψωνίσει", ο πραγματικά τρελός ή φιλικά τρελάρας.

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ