Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ωκυτόκιος

Από Ελληνικό Λεξικό
Η υπομονή και ο χρόνος κάνουν περισσότερα από τη δύναμη και το πάθος.
Λαφονταίν
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ωκυτόκιος < ωκύς (=γρήγορος) + τόκος ( < τίκτω = γεννώ)

Open book 01.svg Επίθετο

ωκυτόκιος αρσενικό ωκυτόκιος θηλυκό ωκυτόκιο(ν) ουδέτερο

  • αυτός που υποβοηθεί στον τοκετό
  • τα ωκυτόκια: οι τρόποι με τους οποίους, σύμφωνα με την λαϊκή αντίληψη, διευκολυνόταν ο τοκετός κι αποφεύγονταν οι κίνδυνοι για τις εις επιτόκους και τις λεχώνες


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ