Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ωράριο

Από Ελληνικό Λεξικό
Αγάπη: πονόδοντος στη καρδιά.
Χάινριχ Χάινε
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : οράριο


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ωράριο ωράρια
Γενική ωραρίου ωραρίων
Αιτιατική ωράριο ωράρια
Κλητική ωράριο ωράρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ωράριο < γαλλική horaire

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɔ.'ɾa.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ωράριο ουδέτερο

  1. οι ώρες που εργάζεται κάποιος
  2. ο πίνακας στον οποίο αναγράφονται οι ώρες λειτουργίας μιας επιχείρησης, υπηρεσίας κ.λπ.


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ