Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ωραιοπαθής

Από Ελληνικό Λεξικό
Η αγάπη είναι ο εξάντας της αλήθειας.
Ρουμί
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ωραιοπαθής ωραιοπαθής ωραιοπαθές
Γενική (ωραιοπαθούς) (ωραιοπαθούς) (ωραιοπαθούς)
Αιτιατική ωραιοπαθή ωραιοπαθή ωραιοπαθές
Κλητική ωραιοπαθή(ς) ωραιοπαθή(ς) ωραιοπαθές
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική ωραιοπαθείς ωραιοπαθείς ωραιοπαθή
Γενική ωραιοπαθών ωραιοπαθών ωραιοπαθών
Αιτιατική ωραιοπαθείς ωραιοπαθείς ωραιοπαθή
Κλητική ωραιοπαθείς ωραιοπαθείς ωραιοπαθή


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ωραιοπαθής < ωραίος + -παθης (< ἒ-παθ-ον, αόριστος του πάσχω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɔ.ɾɛ.ɔ.pa.'θis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔ.ɾɛ.ɔ.pa.'θɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο

ωραιοπαθής, -ής, -ές

  1. που ασχολείται με πάθος με την ομορφιά και την επίδειξή της
  2. που έχει πάθος με το ωραίο

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ