Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

ωριαίο

Από Ελληνικό Λεξικό
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

ωριαίο

  1. ωριαίος, στην αιτιατική του ενικού

ωριαίο, ουδέτερο του ωριαίος

  1. στην ονομαστική του ενικού
  2. στην αιτιατική του ενικού
  3. στην κλητική του ενικού


Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ