Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

vieux

Από Ελληνικό Λεξικό
Ο δρόμος του Θεού είναι δικαιοσύνη και αρετή.
Σωκράτης
(Ανακατεύθυνση από Vieux)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
αρσενικό vieux vieux
θηλυκό vieille vieilles

vieux  (fr) αρσενικό

  1. γέρος, γέρικος
    Un vieux loup. Ένας γέρικος λύκος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

vieux  (fr) αρσενικό άκλιτο
  1. Un vieux, une vieille. - Ένας γέρος, μια γριά.
  2. παλιός
    Un vieil ami. - Ένας παλιός φίλος.

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ