Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

absentéisme

Από Ελληνικό Λεξικό
Όταν κάνεις ένα κακό να περιμένεις να το πάθεις.
Πλάτων
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ap.sɑ̃.te.ism/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

absentéisme < ausent < λατινική absens (γενική: absentis)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

absentéisme  (fr) αρσενικό
  1. Έτσι λέγονται οι συχνές απουσίες από τη δουλειά (λόγω ασθένειας, προσωπικών λόγων, κλπ).
  2. Η αποχή από τις εκλογές

Συγγενικές λέξεις

βλέπε λέξη: absent

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ