Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

avantaĝo

Από Ελληνικό Λεξικό
Στην αγάπη, ο σίγουρος τρόπος για να σε αγαπάει ο άλλος είναι να μην τον αγαπάς.
Λα Ροσφουκό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

avantaĝo < avantaĝ.o

Open book 01.svg Ουσιαστικό

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική avantaĝo avantaĝoj
αιτιατική avantaĝon avantaĝojn

avantaĝo (eo)

la fervoruloj de la reformo emfazas siajn avantaĝojn
οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης υπογραμμίζουν τα προτερήματά της

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ