Επισκεφτείτε το φόρουμ αν έχετε μια γλωσσική απορία!

inaccessible

Από Ελληνικό Λεξικό
Επιστήμη άνευ αγωγής είναι σώμα ακάθαρτον.
Αριστοτέλης
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Open book 01.svg Επίθετο

inaccessible  (en)
  • απρόσιτος
    Private universities are becoming more and more inaccessible to the average person.
    Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια γίνονται όλο και πιο απρόσιτα στο μέσο άνθρωπο.
  • δυσπρόσιτος
    We camped in a remote and inaccessible spot in the mountains.
    Κάναμε κάμπινγκ σε έναν απομονωμένο και δυσπρόσιτο τόπο στα βουνά.

Elsewhere on the web

English

Google
ΙΑΤΕ